σάμπως

Ν
επίρρ. (κυρίως ως τροπ.)
1. σαν να, ωσάν («μού ζήτησε δανεικά σάμπως να τόν γνώριζα από παλιά»)
2. μήπως («σάμπως τό ήξερα;»)
3. πιθανώς, ίσως («σάμπως να' χεις δίκιο»)
4. σαν («έτσι μυτερός που είναι ο βράχος μοιάζει σάμπως πυραμίδα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σαν + πως].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάμπως — 1. επίρρ. τροπ., σαν: Μου μιλούσε με έναν αέρα, σάμπως να γνωριζόμαστε από χρόνια. 2. ερωτηματικό μόριο, μήπως: Σάμπως δεν έκανε θυσία ο πατέρας σου; 3. νομίζω πως, μου φαίνεται πως: Σάμπως να τα παραλές, αγαπητέ μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάμπως — [самбос] επίρ. будто бы …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μήγαρις — και μήγαρι και μηγάρις και μηγάρι και μήγαρ (Μ μήγαρι και μήγαρις και μηγάρις) (διστακτικό μόριο) μήπως, μήπως τυχόν, μπας και, σάμπως («μήγαρις έχω τίποτε άλλο στον νου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;», Σολωμ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. μὴ γὰρ ή, κατ άλλη …   Dictionary of Greek

  • σάματι — και σάματις Ν (ως σύνδ.) 1. (σε ερώτηση στην οποία εννοείται ή και αναμένεται αρνητική απάντηση) μήπως, σάμπως («σάματις είμαι εγώ καλύτερη;») 2. (σε περιπτώσεις σύγκρισης μιας πραγματικής κατάστασης με μια υποθετική) σαν να μην («σάματι να μην… …   Dictionary of Greek

  • σαν — (I) και σα Ν (μόριο) ΣΥΝΤΑΞΗ ΣΗΜΑΣΙΑ: Ι. (ως ομοιωματικό) 1. (κυρίως με ονόματα σε ονομ. ή αιτ. με ή χωρίς άρθρο ή και με ρήματα) όπως ακριβώς, καθώς (α. «φωνάζει σαν βόδι» β. «σαν τα χιόνια» και «σαν τα μάραθα» λέγεται σε οικείο ή φίλο με την… …   Dictionary of Greek

  • συντακτικό — Μελέτη των συντακτικών αξιών των γλωσσικών τύπων. Από τους διάφορους τομείς έρευνας, που κληρονόμησε η σύγχρονη γλωσσολογία από την παραδοσιακή κανονιστική γραμματική, το σ. είναι εκείνο που θέτει τα περισσότερα προβλήματα. Κατά την αρχαία και τη …   Dictionary of Greek

  • ωσάν — ὡσάν, ΝΑ, και ὡς ἄν, και επικ. τ. ὥς κε(ν) Α, και ωσά Ν (επίρρ. και σύνδ.) σαν, σαν να, σάμπως («ἵνα μὴ δόξω ὡς ἂν ἐκφοβεῑν ὑμᾱς», ΚΔ.) νεοελλ. 1. χρον. όταν, αμέσως μόλις («ωσά γνωρίστη άνθρωπος», Ερωτόκρ.) 2. (αιτιολ.) επειδή, αφού αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • στερεώνω — στερεώνω, στερέωσα βλ. πίν. 3 Σημειώσεις: στερεώνω – στεριώνω : σε ορισμένα λεξικά αναφέρονται ως συνώνυμα. Το στερεώνω σημαίνει κυρίως → τοποθετώ κάποιον σε μια θέση με τρόπο σταθερό και μόνιμο. Το στεριώνω σημαίνει κυρίως → σταθεροποιούμαι σε… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • στεριώνω — στεριώνω, στέριωσα, στεριωμένος βλ. πίν. 3 Σημειώσεις: στερεώνω – στεριώνω : σε ορισμένα λεξικά αναφέρονται ως συνώνυμα. Το στερεώνω σημαίνει κυρίως → τοποθετώ κάποιον σε μια θέση με τρόπο σταθερό και μόνιμο. Το στεριώνω σημαίνει κυρίως →… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μήγαρις — μήπως τάχα, σάμπως, μπας και: Μήγαρις, ξέρω τι θέλει; …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.